The Manuscripts body of work, embarked upon in 1974, is one of the most important series in Niki Kanagini’s output. It revolves around a stable and lasting axis: the systematic interrogation of writing as a visual, artistic act. The artist approaches writing not as a vehicle for meaning but as a realm of gesture, rhythm, and materiality to develop a personal, non-readable form of visual language.
As dissected by the poet Manto Aravantinou, “Kanagini’s painted manuscripts offer up an opportunity for communication that is both seductive and mysterious, the tenor of which lies beyond the alphabet and precedes syntax.”
Kanagini divides these works into Manuscripts, where abstract compositions dominate, and Illustrated Manuscripts, where her writing exists alongside recognisable figurative forms. What she describes as her “obsession” with the notion of writing “as a symbol of recording human thought” can be traced all the way back to early works created during her student years in London, where her engagement with the modernist, typographic, and experimental approaches of the time laid the groundwork for her later linguistic explorations.
As she herself notes: “I find a plaque of hieroglyphics and a modern neon sign equally fascinating.”
Manto Aravanitou and Niki Kanagini punctuating a text by Tina Pandi
Η ενότητα Χειρόγραφα, που ξεκινά από το 1974, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες σειρές έργων της Νίκης Καναγκίνη. Συγκροτείται γύρω από έναν σταθερό και διαρκή άξονα: τη συστηματική διερεύνηση της γραφής ως εικαστικής πράξης. Η καλλιτέχνιδα προσεγγίζει τη γραφή όχι ως φορέα νοήματος, αλλά ως πεδίο χειρονομίας, ρυθμού και υλικότητας, αναπτύσσοντας μια προσωπική, μη αναγνώσιμη μορφή οπτικής γλώσσας.
Όπως αναλύει η ποιήτρια Μαντώ Αραβαντινού: «Τα ζωγραφικά χειρόγραφα της Καναγκίνη, μου προσφέρουν τη δυνατότητα μιας σαγηνευτικής όσο και μυστηριώδους επικοινωνίας, που το στίγμα της βρίσκεται πέρα απ’ το αλφάβητο και πριν απ’ το συντακτικό».
Η Καναγκίνη διακρίνει τα έργα της σε Χειρόγραφα, όπου κυριαρχεί η αφηρημένη σύνθεση, και σε Εικονογραφημένα Χειρόγραφα, στα οποία η γραφή συνυπάρχει με αναγνωρίσιμα εικονιστικά στοιχεία. Η «εμμονή» όπως την ονομάζει η ίδια πάνω στην ιδέα τη γραφής «ως σύμβολο καταγραφής της ανθρώπινης σκέψης», ανιχνεύεται ήδη σε πρώιμα έργα της περιόδου των σπουδών της στο Λονδίνο, όπου η επαφή με τον μοντερνισμό, την τυπογραφία και τις πειραματικές προσεγγίσεις της εποχής διαμόρφωσε το έδαφος για τις μετέπειτα γλωσσικές της διερευνήσεις.
Όπως σημειώνει η ίδια: «Με γοητεύει το ίδιο μια πλάκα με ιερογλυφικά και μια σύγχρονη επιγραφή νέον».
