Να τη! Χαράζει η αυγή
κι όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
σβήνουνε ένα-ένα.
Και να! Η αηδόνα κελαηδά, εκεί ψηλά στα δέντρα·
κλαίει το παιδί της και θρηνεί,
κλαίει θρηνεί κάθε πρωί
ξανά, ξανά, ξανά:
Ίτυ, Ίτυ (γλυκέ μου), Ίτυ (γιε μου), Ίτυ, Ίτυ…
Να κι οι βοσκοί μες στα βουνά μαζί με τα κοπάδια·
ακούγεται η φλογέρα, βελάζουνε τ’ αρνιά,
ξυπνούν και τα πουλάρια· αργά και νυσταγμένα,
πάνε μαζί δυο-δυο να φαν’ χορτάρια τρυφερά.
Πιάνουν δουλειά κ’ οι κυνηγοί, ζώα πολλά να σφάξουν,
ενώ δυο κύκνοι πλέουνε στα ήρεμα νερά…
Και ’κει! Πιο πέρα – βγαίνουνε οι βάρκες στ’ ανοιχτά·
φυσά τ’ αεράκι απαλά, χαϊδεύει τα πανιά.
Κι οι ναύτες ρίχνουν τα κουπιά κι αρχίζουν το τραγούδι:
«Αύρα, φύσα Αύρα, φύσα, πάρε με
που ’χω γυναίκα και παιδί και περιμένουν».
Φουσκώνουν τα πανιά μεμιάς, με φόρα παν’ οι πλώρες…
Μα αυτά είναι έγνοιες αλλωνών.
Εμάς το καθήκον
–μα κι ο έρωτας, ο πόθος–
μας θέλουν εδώ…
parados from the lost play
PHAETHON by Euripides
ἤδη μὲν ἀρτιφανὴς
Ἀὼς ἱ[ππεύει] κατὰ γᾶν,
ὑπὲρ δ᾽ ἐμᾶς κεφαλᾶς
Πλειά[δων πέφευγε χορός],
μέλπει δ᾽ἐν δένδρεσι λεπτὰν ἀηδὼν ἁρμονίαν
ὀρθρευομένα γόοις
Ἴτυν Ἴτυν πολυθρόνον.
σύριγγας δ᾽ οὐριβάται
κινοῦσιν ποιμνᾶν ἐλάται,
ἔγρονται δ᾽εἰς βοτάναν
ξανθᾶν πώλων συζυγίαι·
ἤδη δ᾽εἰς ἔργα κυναγοὶ στείχουσιν θηροφόνοι,
παγαῖς τ᾽ἐπ᾽ Ὠκεανοῦ
μελιβόας κύκνος ἀχεῖ.
ἄκατοι δ᾽ ἀνάγονται ὑπ᾽εἰρεσίας
ἀνέμων τ᾽ εὐαέσσιν ῥοθίοις,
ἀνὰ δ᾽ ἱστία ν[αῦται] ἀειράμενοι
ἀχοῦσιν ῾[Ἕπου,] πότνι᾽ αὔρ[α],
[ἡμῖν ὑπ᾽] ἀκύμονι πομπᾷ
σιγώντων ἀνέμων
[ποτὶ τέκνα] τε καὶ φιλίας ἀλόχους.᾽
σινδών δὲ πρότονον ἐπὶ μέσον πελάζει.
τὰ μὲν οὖν ἑτέροισι μέριμνα πέλει,
[…]
ἐμὲ καὶ τὸ δίκαιον ἄγει καὶ ἔρως…
