Queer performativities emerged from a point of disconnect and deep-rooted schism from traditional (gay) codes and aesthetics, but this ‘emotive turn’ was only made possible once artists adopted irony, volatility, and ‘monstrosity’ as tools for overturning older ‘incarnations’ and aesthetic performances of the body.
[…]
Political strategies for the ‘normalisation’ of lesbian and gay lives in accordance with prevailing heteronormative values (monogamy, marriage, family) constitute a move away from the ‘freer’ queer biopolitics of the 1980s and ’90s, delineating a powerful line of resistance between the ‘diseased’ past and the ‘healthy’ present of a new existential mode within ‘heteronormative tyranny’ that seeks to present homosexuals as normal persons integrated into the ‘realm of dominant ideology.’
George Sampatakakis
Οι κουίρ παραστασιακότητες προέκυψαν σε ένα σημείο αποσύνδεσης και ριζικού σχίσματος από τους παραδοσιακούς (gay) κανόνες και αισθητικές, αλλά αυτή η «συγκινησιακή στροφή» κατέστη δυνατή μόνο όταν οι καλλιτέχνες υιοθέτησαν την ειρωνεία, την αστάθεια και την «τερατωδία» ως εργαλεία αναίρεσης των παλιών «σωματοποιήσεων» και αισθητικών επιτελέσεων του σώματος.
[…]
Οι πολιτικές στρατηγικές «κανονικοποίησης» των λεσβιακών και γκέι ζωών σύμφωνα με κυρίαρχες ετεροκανονικές αξίες (της μονογαμίας, του γάμου και της οικογένειας) συνιστούν μια απομάκρυνση από τις περισσότερο «ελεύθερες» κουίρ βιοπολιτικές του 1980-1990, ορίζοντας μια ισχυρή αντίσταση μεταξύ του «μολυσμένου» παρελθόντος και της «υγιούς» νέας κατάστασης της ύπαρξης μέσα στην «ετεροκανονική τυραννία», που θέλει να παρουσιάζει τους ομοφυλόφιλους ως κανονικούς και εναρμονισμένους στο «πεδίο της δεσπόζουσας ιδεολογίας».
